Περίπατος εις Χολαργόν

Διάλογος περί Οδών, Πεζοδρομίων και Λακκουβών

 

Ήταν ένα λαμπρό αττικό πρωινό, από εκείνα που ο ήλιος λούζει τα πάντα με αισιοδοξία, εκτός από τους δρόμους. Στην οδό Αριστοφάνους, τρεις άνδρες περπατούσαν προσεκτικά, με μικρά, υπολογισμένα βήματα, σαν να έπαιζαν αρχαίο παιχνίδι ισορροπίας πάνω σε σπασμένη άσφαλτο.
Ο πρώτος, με βλέμμα πονηρό και χαμόγελο έτοιμο να ξεσπάσει σε γέλιο, ήταν ο Αριστοφάνης.

Ο δεύτερος, αυστηρός, με μέτωπο σκεπτικό και βλέμμα που κατέγραφε τα πάντα σαν χρονικό πολέμου, ήταν ο Θουκυδίδης.

Ο τρίτος, ανώνυμος αλλά απολύτως σύγχρονος, κρατούσε καφέ στο χέρι και νεύρα στην τσέπη: ένας πολίτης του Χολαργού.

— «Ὦ Ζεῦ!» φώναξε ο Αριστοφάνης πηδώντας ένα βαθύ λάκκο. «Ετούτος ο δρόμος είναι κωμωδία ή τραγωδία; Γιατί εγώ γέλιο θέλω να γράψω, αλλά το πόδι μου ακροβατεί τραγικά!»

Ο Θουκυδίδης σταμάτησε, κοίταξε γύρω του, είπε: «Απορώ», «στάσις ή αμέλεια; Διότι όταν οι δρόμοι καταρρέουν, συνήθως κάτι βαθύτερο έχει ήδη καταρρεύσει». … και σημείωσε νοερά: — «Καταγράφω: οδός στενή, πεζοδρόμιο ανύπαρκτο, άμαξαι—συγγνώμη—αυτοκίνητα παρκαρισμένα παντού. Κατάσταση παρακμής. Θα μπορούσε να είναι κεφάλαιο περί αστικής φθοράς».

Ο σύγχρονος πολίτης αναστέναξε. — «Καλώς ήρθατε στον Χολαργό. Προσοχή μην σκοντάψετε στον κάδο. Ή στο εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο. Ή στο πεζοδρόμιο που τελειώνει απότομα,… σαν υπόσχεση προεκλογική».

Ο Αριστοφάνης γύρισε απότομα: — «Μισό λεπτό! Αυτοί οι δρόμοι… πώς είπες ότι λέγονται;»

— «Αριστοφάνους και Θουκυδίδου.»

Ο κωμωδιογράφος έβαλε τα γέλια. — «Δηλαδή έχουμε δρόμο Αριστοφάνους χωρίς γέλιο και δρόμο Θουκυδίδου χωρίς ιστορική πρόβλεψη! Να το γράψω αυτό, θα κάνει θραύση στις Νεφέλες!»

Προχώρησαν λίγο ακόμη. Σκουπίδια εδώ, κάδοι παρατημένοι εκεί, αυτοκίνητα που έμοιαζαν να τα έχουν παρκάρει από την εποχή του Περικλή.

— «Ερώτημα σοβαρό», είπε ο Θουκυδίδης, σταματώντας. «Πώς ένα προάστιο με τέτοια καταγωγή, «Περικλής Ξανθίππου Χολαργεύς», επιτρέπει αυτή την εικόνα; Διότι ό,τι δεν διορθώνεται, καταγράφεται. Και ό,τι καταγράφεται… μένει στην Ιστορία.»

Ο πολίτης χαμογέλασε πικρά. — «Να το πείτε αυτό και στον δήμαρχο.»
Ο Αριστοφάνης ξαφνικά έλαμψε: — «Λες να φταίει ο Τραμπ;»
— «…ο ποιος;» ρώτησε ο Θουκυδίδης.

— «Ένας σύγχρονος Αρχιστράτηγος με περίεργο κούρεμα. Μήπως ενδιαφέρεται για αυτούς τους δρόμους επειδή είναι κοντά στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών; Μήπως τους θεωρεί απαραίτητους για την ασφάλεια των ΗΠΑ;»
Ο πολίτης γέλασε. — «Αν τους ήθελε ίσως να έστρωναν και άσφαλτο.»
Ο Θουκυδίδης κούνησε αργά το κεφάλι: — «Οι πόλεις δεν κρίνονται από τα μνημεία τους, αλλά από τους δρόμους που περπατούν οι πολίτες τους. Αν ο άρχων δεν ενδιαφέρεται, τότε θα περάσει στην Ιστορία… αλλά όχι όπως ίσως ελπίζει.»

Ο Αριστοφάνης χτύπησε παλαμάκια, του έδωσε φιλικό χτύπημα στην πλάτη: — «Μη στεναχωριέσαι! Όπου αποτυγχάνει η διοίκηση, θριαμβεύει η σάτιρα.»
— Εσύ θα τον γράψεις στην Ιστορία, εγώ θα τον βάλω στην κωμωδία και ο φίλος μας εδώ…»
— «…θα συνεχίσει να περπατά προσέχοντας πού πατά», συμπλήρωσε ο πολίτης.

Και έτσι, ανάμεσα σε λακκούβες, έλλειψη πεζοδρομίων, κάδους και αιώνια παρκαρισμένα αυτοκίνητα, οι τρεις συνέχισαν τον περίπατό τους, αποδεικνύοντας πως η αρχαία σκέψη, σε αντίθεση με την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια, αντέχει στον χρόνο.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Συνάντηση στη γειτονιά μας - 15/2/2026

Εμείς που συγκεντρωθήκαμε σήμερα, 15/2/2026, εδώ έχουμε ένα κοινό χαρακτηριστικό:   Είμαστε γείτονες. Η γειτονιά μας προσδιορίζεται από τις ...